Ταράτσα



Η ΑΝΕΣΤΡΑΜΜΕΝΗ ΣΤΕΓΗ

Αν ήθελε κανείς να ορίσει τι είναι συμβατική και τι ανεστραμμένη στέγη με έναν τέτοιο ορισμό που να καταδεικνύει την ουσία της διαφοράς τους (άρα την λειτουργική τους διαφορά) τότε δεν θα έλεγε παρά το εξής: Στην συμβατική στέγη στεγανοποιούμε την θερμομόνωση, ενώ στην ανεστραμμένη θερμομονώνουμε την στεγανοποίηση.
Με πιο απλά λόγια : Στην πρώτη τοποθετούμε την στεγανοποίηση πάνω από την θερμομόνωση, στην δεύτερη κάνουμε το αντίθετο. Ενώ λοιπόν η στεγανοποίηση -για να μην υπόκειται σε φθορά- έχει ανάγκη να έχει πάνω της θερμομόνωση, η ίδια η θερμομόνωση για να ανταπεξέλθει στο αίτημα αυτό, πρέπει να μην έχει ανάγκη την στεγανοποίηση. Με άλλα λόγια για να τοποθετηθεί αυτή πάνω από την στεγανοποίηση και να την προστατεύει πρέπει η ίδια να είναι ανεπηρρέαστη από την βροχή και τους εξερχόμενους υδρατμούς. Η ανεστραμμένη λοιπόν στέγη θα μπορούσε να εφαρμοστεί μόνον αν εφευρεθεί θερμομονωτικό υλικό που δεν θα επηρεαζόταν από την παρουσία του νερού σε οποιαδήποτε μορφή. Αυτό, το σύγχρονης τεχνολογίας υλικό, είναι η εξηλασμένη πολυστυρόλη κλειστών κυψελών. Το σημαντικότερο δε των πλεονεκτημάτων του υλικού αυτού και κατ' επέκταση της ανεστραμμένης στέγης είναι το γεγονός ότι η στεγανοποίηση κάτω από την θερμομόνωση πλέον "ζει" σε ένα ήρεμο περιβάλλον όπου η ζωή της μπορεί να επιμηκυνθεί και να ταυτιστεί με την ζωή του κτιρίου. Αυτό, για κτίρια με συμβατική στέγη ήταν ανέφικτο.

Η ΣΕΙΡΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΣΤΡΑΜΜΕΝΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΠΑΝΩ

Η σωστή σειρά κατασκευής της ανεστραμμένης στέγης (από κάτω προς τα επάνω) είναι :

Μπετόν ---> Ρύσεις ---> Στεγανοποίηση ---> Θερμομόνωση ---> Γεωύφασμα ---> Τελική τσιμεντοκονία

Ξεκινώντας λοιπόν από κάτω προς τα επάνω εφαρμόζουμε τα εξής:

  1. Μπετόν στεγανοποιημένο : Η κατασκευή της ανεστραμμένης στέγης αρχίζει από την πλάκα του μπετόν. Είναι πάντα επιθυμητή εκεί η προσθήκη στεγανοποιητικού προσμίκτου Ceroc CC 189 ή Ceroc CC 197 κατά την διάρκεια της σκυροδέτησης.
  2. Τσιμεντοκονία ρύσεων: Πάνω στην πλάκα της ταράτσας είναι απαραίτητη η διαμόρφωση στεγανών ρύσεων προς τις υδρορροές. Οι στεγανοποιήσεις δωμάτων είναι συνδυασμός του στεγανοποιητικού υλικού και των ρύσεων. Κανένα στεγανοποιητικό υλικό, οποιουδήποτε τύπου, δεν κατορθώνει να συγκρατεί μακροπρόθεσμα τα νερά αν δεν εδράζεται σε κεκλιμένη επιφάνεια (1-2%). Οι ρύσεις λοιπόν είναι η προϋπόθεση για να έχει νόημα κάθε μετέπειτα στεγανοποιητική εργασία. Χωρίς αυτές ο παγετός και τα άλατα στα σημεία που λιμνάζει νερό, καταστρέφουν ταχύτατα και την στεγανοποίηση και τα υπερκείμενα της. Εφαρμογή της στεγανοποίησης κατευθείαν πάνω στο μπετόν και διάστρωση των ρύσεων κάπου ψηλότερα, ή τελείως επάνω, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε εισροή υδάτων. Αυτό διότι κάθε στεγανοποιητικό υλικό όσο περίεργο και αν ακούγεται αυτό, είναι σχετικά πορώδες ώστε να επιτρέπει την έξοδο των υδρατμών. Οι ρύσεις μειώνουν τον χρόνο παραμονής του ύδατος πάνω στην στεγανοποίηση, απάγοντας το διαρκώς και καταργούν τα σημεία που ο παγετός θα κατάστρεφε τόσο αυτήν όσο και την υπερκείμενη κατασκευή. Στην κατασκευή των ρύσεων ο μεγαλύτερος κίνδυνος αστοχίας είναι η αποκόλληση τους (" κούφωμα "). Για να αποτραπεί αυτό πρέπει πάντα να προηγείται μια επαλειφόμενη συγκολλητική στρώση η λεγόμενη ιλύς πρόσφυσης και όσο αυτή είναι φρέσκια, να διαστρώνεται πάνω της το κονίαμα ρύσεων. Διατηρούμε πάντα σε ετοιμότητα, ένα μεγάλο δοχείο με την έτοιμη υδαρή ιλύ πρόσφυσης την οποία εφαρμόζουμε με σκούπα και με έντονες κινήσεις εμποτισμού. Η ιλύς πρόσφυσης διατίθεται σαν έτοιμο υλικό, το Ceresit CM 20 το οποίο απλά αναμιγνύουμε με νερό και είναι έτοιμο προς χρήση. Μπορούμε όμως να παρασκευάσουμε και επί τόπου την ιλύ πρόσφυσης με τσιμέντο, νερό, άμμο και Ceroc CC 81, αναμιγνύοντας τα ξηρά προς τα υγρά συστατικά της σε τέτοια αναλογία ώστε να προκύψει "αριάνι". Η αναλογία των ξηρών συστατικών μεταξύ τους είναι 2 όγκοι τσιμέντου προς έναν όγκο άμμου. Το νερό ανάμειξης περιέχει το υλικό συγκόλλησης Ceroc CC 81 σε αναλογία 2 νερό : 1 CC81. Η πρόσμιξη ξηρών προς υγρά γίνεται κατά βούληση ώστε να δημιουργηθεί υδαρής υφή (αριάνι).
    Τσιμεντοκονία ρύσεων: Πάνω στην φρέσκια ιλύ ακολουθεί πλέον η τσιμεντοκονία, στεγανοποιημένη και αντιπαγετική με το πρόσμικτο μάζης Ceroc - CC-92 & 93 και οπλισμένη με ίνες πολυπροπυλενίου STW 18mm που αντικαθιστούν το πλέγμα οπλισμού. Πάνω της μπορεί να εφαρμοσθεί οποιαδήποτε επιλεγείσα στεγανοποίηση.
  3. Στεγανοποίηση : Η στεγανοποίηση εφαρμόζεται πάντα αφού διαμορφωθούν οι ρύσεις (1-2%). Μπορούμε να επιλέξουμε, ανάλογα με τα συνεργεία που διατίθενται, πολλά είδη στεγανοποιησεων. Άλλα απαιτούν κάποια εξειδίκευση και αλλά είναι μιά απλή επάλειψη που μπορεί να εφαρμόσει οποιοσδήποτε. Μπορούμε να επιλέξουμε μία από τις ακόλουθες 4 στεγανοποιήσεις :
    α) Αυτοκόλλητη μεμβράνη Bituthene BT 12 ή Bituthene BT 21 που αποτελούνται από δύο επάλληλες, μη ρηγματούμενες συνθετικές μεμβράνες (PA) στο άνω μέρος και στην κάτω ράχη από μία στρώση συνθετικού latex η οποία πολυμερίζεται και μετατρέπεται σε ελαστική κολλητική μεμβράνη μόλις αφαιρεθεί το χαρτί. Η δεύτερη αυτή στρώση είναι ελαστική, συγκολλητική, στεγανοποιητική και αυτοεπουλώμενη. Έτσι στην αυτοκόλλητη μεμβράνη ενσωματώνονται τα πλεονεκτήματα τόσο των μεμβρανών (ανθεκτική χημική σύσταση έναντι των ασφαλιστικών υλικών, σε διπλή μάλιστα επίστρωση) όσο και του ασφαλτόπανου (ικανοποιητικό πάχος, ενσωμάτωση στο υπόβαθρο) αλλά και των επαλειφομένων υλικών (μη εξειδικευμένο συνεργείο, απουσία ειδικών εργαλείων κοπής φλογίστρων η κόλλας). Η αυτοκόλλητη μεμβράνη μπορεί να εφαρμοστεί από μη εξειδικευμένα συνεργεία με μεγάλη απόδοση, χωρίς κίνδυνο αστοχιών αφού οι ραφές και η συγκόλληση αντικαθίστανται από την αυτοκόλλητη αυτοεπικάλυψη.
    β) Εναλλακτικά αντί των μεμβρανών Bituthene BT 21 ή Bituthene BT 12 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πλαστομερικό ή ελαστομερικό ασφαλτόπανο μιας στρώσης Bauder K14 ή Bauder K24 με σχιστολιθική ψηφίδα.
    γ) Μεμβράνη PVC τύπου THERMOPHOL U 15 της Bauder.
    δ) Επαλειφόμενο ελαστομερές καουτσούκ Ceresit CP42 το οποίο δίνει με την πήξη του μια στεγανοποιητική μεμβράνη υψηλών προδιαγραφών με μεγάλη ελαστικότητα.
  4. Θερμομόνωση: Μετά την στεγανοποίηση ακολουθεί θερμομόνωση μορφής εξηλασμένης πολυστυρόλης η οποία είναι ανθεκτική στο νερό και προστατεύει την στεγανοποίηση θερμικά και μηχανικά. Πάνω από την θερμομόνωση τοποθετείται ένα γεωΰφασμα Cerestat CA 21 ή BauderW300. Ο ρόλος του γεωυφάσματος είναι διττός: Αφενός εμποδίζει να σταλάξει αριάνι από την υπερκείμενη τσιμεντοκονία κατεβάζοντας έτσι θερμογέφυρες στους αρμούς της θερμομόνωσης. Αφετέρου διαχωρίζει κολυμβητά τα υπερκείμενα της θερμομόνωσης στρώματα τα οποία σαν μη θερμομονωμένα και σαν ορυκτής φύσης, υπόκεινται σε θερμική άρα και κινητική καταπόνηση που τείνουν να την μεταβιβάσουν.
  5. Τσιμεντοκονία: Το επόμενο στάδιο δουλειάς είναι η κατασκευή μίας κολυμβητής τσιμεντοκονίας ενισχυμένης με ίνες πολυπροπυλενίου STW 18mm STW Krenit 18 mm (που ισοδυναμούν με σιδηρόπλεγμα και το καταργούν), και γαλάκτωμα συνθετικής ρητίνης Ceroc CC 81.
    Η προσθήκη επιπλέον του στεγανοποιητικού μάζης CC 93 την καθιστά αντιπαγετική.
  6. Επικόλληση Πλακιδίων : Ακολουθεί η συγκόλληση των πλακιδίων με κόλλες ελαστικές & αντιπαγετικές όπως η Ceramit CM 17 ή η Ceramit CM 19 που είναι ειδική κόλλα ταρατσών/βεραντών και δεν αφήνει πίσω της "κτενιές" ώστε να μην αποθηκεύεται νερό.
  7. Στοκάρισμα : Το στοκάρισμα των πλακιδίων προτείνεται να γίνεται με στόκους αντιπαγετικούς χοντρόκοκκους. Ιδανικός είναι ο ελαστικός στόκος Cerement CE 37 ενώ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο Cerement CE 35.
  8. Αρμοί διαστολής : Ανάλογα με την γεωμετρία της κατασκευής θεωρείται απαραίτητος ο χωρισμός σε αρμούς διαστολής διαμήκεις και εγκαρσίους με ειδικές μαστίχες Ceremastic CS29 , Ceremastic CS-24 & 25 . Επίσης ειδική μαστίχη θα πρέπει να μπει και στην ορθή γωνία επαφής του σοβατεπιού με το πλακάκι ώστε να δημιουργηθεί λεκάνη.

ΤΑ ΜΟΝΙΜΩΣ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΝΕΣΤΡΑΜΜΕΝΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η σωστή σειρά κατασκευής της ανεστραμμένης στέγης τυγχάνει να είναι και η απλούστερη σε σχέση με τις λανθασμένες παραλλαγές της και είναι (από κάτω προς τα επάνω) η εξής :
Μπετόν ---> Ρύσεις ---> Στεγανοποίηση ---> Θερμομόνωση ---> Γεωύφασμα ---> Τελική τσιμεντοκονία

Με οποιαδήποτε αλλαγή της σειράς αυτής, ή με κάθε αφαίρεση ή προσθήκη στρώσης παύουμε να μιλάμε πλέον για ανεστραμμένη στέγη.
Τα λάθη εφαρμογής στην Ελλάδα ανήκουν βασικά σε 2 κατηγορίες :

α) Στην λάθος σειρά των ανωτέρω στρώσεων και συγκεκριμένα στην λάθος σειρά μεταξύ ρύσεων /στεγανοποίησης και στην λάθος σειρά μεταξύ στεγανοποίησης/θερμομόνωσης.

β) Στην κατάργηση ή/και στην προσθήκη στρώσεων και συγκεκριμένα στην κατάργηση της μίας από τις τσιμεντοκονίες και στην προσθήκη φράγματος υδρατμών ( ! ) πάνω στο μπετόν.
Αυτό που γίνεται συνήθως είναι το εξής: Μπετόν ---> Φράγμα υδρατμών ---> Θερμομόνωση ---> Τσιμεντοκονία ρύσεων --->Στεγανοποίηση.
Μια άλλη λανθασμένη παραλλαγή είναι: Μπετόν ---> Στεγανοποίηση ---> Θερμομόνωση ---> Τσιμεντοκονία ρύσεων Κάθε στρώση των "λύσεων" αυτών αποτελεί και ένα λάθος και η αστοχία θα επέλθει σύντομα από πολλούς και ανεξάρτητους λόγους καθώς και από συνδυασμό των λόγων αυτών. :

Τα λάθη στην πρωτη παραλλαγή :
  1. Φράγμα υδρατμών. Η πολυστυρόλη, εκτός από την επανάσταση που έφερε με το να θερμομονώνει κανείς, χάρις σε αυτήν, την στεγανοποίηση, κατάργησε εξ ορισμού και τα φράγματα υδρατμών που ήταν απαραίτητα γιά τα παλαιάς τεχνολογίας μη αδιάβροχα υλικά (πολυστερίνες, υαλοβάμβακες κλπ.)
  2. Η Θερμομόνωση δεν προστατεύει εδώ την στεγανοποίηση. Αντιθέτως μάλλον, η θερμομόνωση όντας πίσω από την στεγανοποίηση συνεισφέρει στην φθορά της, γιατί οι θερμικές καταπονήσεις μεγιστοποιούνται -εξαιτίας της- πάνω από αυτήν, στον χώρο που βρίσκεται το αδύναμο σημείο της όλης κατασκευής δηλαδή το πάντα οργανικής σύνθεσης στεγανοποιητικό υλικό.

Τα λάθη στην δεύτερη παραλλαγή :

  1. Η στεγανοποίηση κατευθείαν πάνω στο μπετόν δεν πατά πάνω σε απαιτούμενες ρύσεις (2%). Άρα δεν υφίσταται καν και δεν θα λειτουργήσει ποτέ σαν στεγανοποίηση.
  2. Η τσιμεντοκονία ρύσεων πάνω από την θερμομόνωση δεν αποτελεί στεγανοποιητικό υλικό. Από τις τριχοειδείς ρωγμές που άμεσα θα αναπτύξει, θα περάσει ανεμπόδιστα νερό και θα διατρέξει όλη την κατασκευή αυτή, ώσπου να φθάσει κάτω, σε μια στεγανοποίηση, που δεν εδράζεται σε ρύσεις άρα είναι ανύπαρκτη.